χριστουγεννιάτικη ιστορία
ΝΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΜΙΑ ΦΑΤΝΗ…
Καλά , καλά ηρέμησε τώρα , είπα μέσα μου , πήγε πεντέμισι. Σηκώθηκα βαριεστημένα και ετοιμάστηκα για την απογευματινή , αναγκαστική , έξοδο .Πήρα άδειο το σάκο καικατέβηκα . Αφού απογοητεύτηκα με κάτι τηλεφωνήματα για δουλειά , πήρα να διασχίζω την Παναχαϊκού. Πίσω από τη τζαμαρία μιας πόρτας ερμητικά κλειστής , αναβόσβηνε ένα δεντράκι .Το κάρφωσα με μια θλιμμένη ματιά και η τζαμαρία διαλύθηκε σε χιλιάδες κομματάκια . Μέσα στο δαιμονισμένο παλιοθόρυβο δυο ανύποπτες κυρούλες – που είχαν αφήσει τις αειπάρθενες γκόμενες κόρες τους στο σπίτι και που τώρα κινούσαν για τον εσπερινό – γύρισαν άξαφνα κατατρομαγμένες . Απομακρύνθηκα βιαστικά πατώντας σε κάτι σκουπίδια . Πολύ κρύο .
Τούτες τις μέρες , ανθίζουνε στις πόλεις μας τα ηλεκτρόδεντρα . Είναι κάτι ηλεκτροφάγα δέντρα που οι προνοητικοί χριστιανοί των Δήμων αρχίζουν να τα ποτίζουν με ηλεκτρόνια από τη Μεγάλη Παρασκευή και λίγο πριν τα Χριστούγεννα ξεπετάγονται πολύχρωμα λαμπάκια που αναβοσβήνουν . Κρατούν αυτά τα ηλεκτρικά τους άνθη μέχρι των Φώτων και τότε ξαφνικά , όλα μαζί , παθαίνουν ένα εντυπωσιακό ,μα άφαντο , βραχυκύκλωμα και σκοτεινιάζουν . Από τον αγιασμό των υδάτων να είναι ; Δεν ξέρω .Είναι όμως νωρίς ακόμη γι’ αυτό . Προς το παρόν, υψώνονται επιβλητικά στις πλατείες και κυριαρχούν στην αισθητική των πόλεων, κυρίως όταν βραδιάσει . Θαύμασα κι εγώ δυο τρία τέτοια ανθισμένα ηλεκτρόδεντρα στα Ψηλαλώνια . Κατούρησα στο ένα και κατηφόρισα κατά τη Γούναρη . Τα γυφτάκια με έβαλαν στη μέση . Γύρω γύρω όλοι … Οι Χριστιανοί αγοράζουν γουρούνια και γαλοπούλες . ΝΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΖΩΟ . Ζαλίζομαι και γέρνω . Τα φανάρια αναβοσβήνουν σα χριστουγεννιάτικα δεντράκια .Να περάσω ; Να μην περάσω ; Δεν προλαβαίνω σ’ ένα τόσο γρήγορο άναψε σβήσε . Αυτοκίνητα ουρλιάζουν . Νοιώθω σαν κωπηλάτης της Αργούς . Και η Γούναρη είναι γεμάτη επαίτες και καταναλωτές . Πέφτω ;
Πάνω στην απελπισία μου μάσησα ένα πράσινο φανάρι και τώρα όλοι με προσπερνούν . Τι σύνθημα να έπεσε κι εφόρμησαν έτσι ξαφνικά –σμήνος – τούτοι εδώ οι πολεμιστές των ειδών ;
Έφτασα τρεκλίζοντας στο πρώτο φωτογραφείο . Έβαλα την Konica στον άδειο μου σάκο και την κοπάνησα στα γρήγορα . Φίσκα η Κορίνθου , σαν αστικό λεωφορείο σε ώρα αιχμής . Ω θεέ μου ! Γέρνω σε μια απότομη στροφή , πέφτω επάνω σ’ ένα περίπτερο και το γκρεμίζω συθέμελα . Κι όμως . Μόνο ένα Winston μαλακό ήθελα . Το πήρα ; Δεν το πήρα; Καπνίζω μανιωδώς .
Στάση λωτού .Τα χέρια σταυρωμένα στην κοιλιά και το κεφάλι ανάμεσα στα διπλωμένα πόδια . Πρόσωπο δεν φαίνεται , μόνο δίπλα η επιγραφή: «Δεν έχω πατέρα, η μάνα μου είναι στο νοσοκομείο , είμαστε 9 αδέλφια …». Δεν διάβασα παρακάτω . Προσπέρασα . Όλα γυρίζουν . Ο ΧΡΙΣΤΟΣ , Η ΠΑΝΑΓΙΑ , ΚΑΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΙΩΣΗΦ . Α! ο Ιωσήφ .Ο μεγάλος αδικημένος . Μα ο ευλογημένος , να πάει να παντρευτεί μια αειπάρθενο !
Ένα σουτιέν πίσω από ένα γυάλινο τοίχο. Δίπλα του μια μπλε μπάλα απαστράπτουσα . Κάτω τριμμένο φελιζόλ εν είδει χιονιού . Αηδία ! Παρακεί ξέρασα σε μία βιτρίνα με ξηρούς καρπούς . Δεν πρόλαβα ν’ αποσώσω και κατέφθασε στα γρήγορα – ένας θεός ξέρει από πού ξεφύτρωσε – ο Σαρλώ της διαφήμισης . Κουνιστός , λυγιστός και γελοίος . Με το super extra και βάλε , υπεραπορροφητικό του χαρτί , σκούπισε όλα τα αχώνευτα είδη που τόλμησα να βγάλω στη φόρα , εκεί , σε κοινή θέα . Του έριξα μια κλωτσιά στα πισινά και ξεκουμπίστηκε . ΠΑΡΑΔΙΠΛΑ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ. Κοιτούσαν αμίλητοι , βλοσυροί . Με μάλωναν . Κάτι θυμήθηκα από τα παιδικά χρόνια και μου ράγισε η καρδιά . Έκρυψα ένα δάκρυ και τους συγχώρεσα . Μάλιστα τους έβγαλα και τη γλώσσα . Ω Θεοί ! γεννημένοι κι αγέννητοι. Τι βολοδέρνω μέσα σε όλο αυτό το αιμοσταγές πλήθος ; Ναι αιμοσταγές . Τους είδα φρεσκότατους , φρεσκοσφαγμένους να κρέμονται στα κρεοπωλεία και να στάζουν ακόμα . Μύριζαν αφόρητα . Γαλοπούλες και άλλα πουλερικά προσπερνούσαν με αηδία . Παχουλά γουρουνόπουλα αποστρέφαν το βλέμμα και τραβούσαν να κυλιστούν στους βούρκους τους . Τώρα όλοι τούτοι βρικολάκιασαν . Κατέβηκαν από τα τσιγκέλια τους και ξεχύθηκαν στους δρόμους Κι αυτά τα ηλεκτρόδεντρα με τυφλώνουν . Που να τα πάρει ο διάολος για καυσόξυλα στην κόλαση ! Ανάθεμά τα ! Τρέχω . Φώτα , κίτρινες κάρτες , σκουριασμένα γραμματόσημα , Χριστούγεννα . Πολύχρωμα κεριά , καρυκεύματα , αιθέρια έλαια , μικροπωλητές και ζητιάνοι , Χριστούγεννα . Τρέχω . Σφυρίζουν οι ρόδες των αυτοκινήτων . Χρωματιστά παρκόμετρα .
Αδειάζω επιτέλους τις τσέπες μου στους επαίτες των πεζοδρομίων και τους προσφέρω το τίποτα . Τόσα έχω , τόσα δίνω . Και όταν δεν έχεις αυτό που δίνεις αποκτάει μεγαλύτερη αξία .Και σε μένα ήταν πολύτιμο εκείνο το τίποτά μου . Μα που να καταλάβουν ετούτα δω τα γυφτάκια . Νόμισαν πως τα χλεύασα και με πήραν στο κυνήγι . Τελικά τα ψιλά μου τα άφησα σ’ ένα γωνιακό περίπτερο για κάτι δεύτερα τηλεφωνήματα της απογοήτευσης . Μετά ξανατρέχω , τρέχω , τρέχω …Και ξαφνικά σκέφτηκα πως μπορεί να είμαι εγώ ο ακίνητος και να τρέχουν οι άλλοι . Σταμάτησα και η υποψία μου επιβεβαιώθηκε . Τρέχαν , τρέχαν , τρέχαν … Μα που στο διάβολο πήγαιναν όλοι τους ; ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ ΤΟΥΣ ΟΔΗΓΟΥΣΕ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ
Μα που γεννήθηκε ο Χριστός ;
Γύρω από τη φάτνη πλανόδιοι ξηροκαρπάδες , φουσκοπωλητές , κηροπώλες , πεζοδρομιακά ενυδρεία με γυάλες του ενός χρυσόψαρου , παιχνιδοπώλες , λαχειοπώλες και καφετζούδες με καφέ του ποδιού , στο άσπρο πλαστικό ποτηράκι . Οι παπάδες άφαντοι . Οι παπαδιές όμως…Πληθώρα .Και τα θαύματα επίσης , μα και τα τάματα .Ειδικά αυτά.Ο πόνος των ανθρώπων πάντα ψάχνει απεγνωσμένα για μια διέξοδο , για ένα γιατρικό .Τις μέρες τούτες τις άγιες , κάτι νομίζει πως βρήκε . Και δώστου τα κεριά , να οι σταυροί που εκτελούνται με δεξιοτεχνία βιολιτζή , να οι προσευχές . Φιλάνε και μια χιλιοφιλημένη εικόνα και περιμένουν τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων . Τι να σου κάνει κι αυτός ο κακόμοιρος ο πόνος των ανθρώπων ;
Πέρασε και μια πορεία μαθητριών Γυμνασίων – Λυκείων Πατρών. Οι κοπέλες είχαν κάνει τάμα , παραμονή Χριστουγέννων , μέσα στο καταχείμωνο και το τσουχτερό κρύο , να περιδιαβούν την Κορίνθου γυμνές . Μια κίνηση ύψιστης αυτοθυσίας και ένα ανέλπιδο θαύμα για τον ανδρικό πληθυσμό . Σταυροκοπηθήκαμε μπροστά σ’ αυτή την εκδήλωση του υπερφυσικού και , ομολογουμένως , μας πεταχτήκανε τα μάτια έξω . Κι εκεί που θαύμαζα , πλημμυρισμένος από ενθουσιασμό , τα κορίτσια άρχισαν σιγά – σιγά να μαυρίζουν και να σκάει το δέρμα τους .Αίμα έτρεξε από τα σκασίματα και κοκκίνισε το οδόστρωμα .Κι από κει , ξεπετάχτηκαν πάλλευκοι σκελετοί αυτόχειρων ευνούχων και στραγγάλισαν τους γυμνούς λαιμούς των κοριτσιών . Κι αυτά έγιναν μαύρο κάρβουνο που σκόρπισε σε λεπτή σκόνη . Μια μαύρη καταχνιά απλώθηκε πάνω απ’ την πόλη . Τώρα έτρεχα κι εγώ μαζί με τους άλλους . Πανικόβλητο το πλήθος έμπαινε σε φαστφουντάδικα και super – market .
Έφτασα λαχανιασμένος στο δεύτερο φωτογραφείο.
«Που’ σαι ρε μαλάκα ;» , άκουσα μόλις μπήκα .
Έψαξα όλες μου τις τσέπες και τελικά βρήκα το κατάλληλο χαμόγελο. Φόρεσα με νευρικές κινήσεις ετούτο το χριστουγεννιάτικο κάλυμμα και για καμιά ώρα δεν είχα πρόβλημα . Με κέρασαν κι ένα τσίπουρο , μα ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο . Δεν συνήλθα . Έφυγα κι από κει και τράβηξα κατά τη στάση του λεωφορείου . Πολύ αργούσε το καταραμένο . Κάπνισα τρία πακέτα . Κάποτε ήρθε . Καβάλησα , σημάδεψα , χτύπησα με αποφασιστικότητα το εισιτήριο και επιτέλους έφτασα στο σπίτι .
Μπήκα μέσα αγκομαχώντας , σχεδόν κλαίγοντας. Το σπίτι άδειο . Εσύ έλειπες . Πως θα’ θελα τώρα να εξαφανιζόμουνα στην αγκαλιά σου ! Το κεφάλι μου γυρίζει , οι τοίχοι γυρίζουν , όλα γυρίζουν . Μαθήματα γραμματικής με τον πανικό μου . Με μαχαιρώνει αυτή η άθεη θρησκευτικότητα των χριστιανών . Πως διάολο θα περάσουν οι ώρες μέχρι τις δώδεκα ;
Κάνω βόλτες στο δωμάτιο και τρακάρω με τον Ντοστογιέφσκι που καθόταν αμίλητος σε μια γωνιά φορώντας τη μάσκα των «φτωχών» . Πέφτω πάνω στον Μακάρ Παρθενάκη . Ο αξιότιμος και πολυφίλτατος , δυστυχισμένος άνθρωπος Μακάρ Αλεξέεβιτς . Και η αφοσιωμένη Βαρβάρα Δομπροσέλοβα . Η καλούλα μου Βαρβάρα Αλεξέεβνα !
Θα βγάλω άραγε καλά λεφτά απόψε ή άδικα έμεινα εδώ χριστουγεννιάτικα ;
Αχ ! χαϊδεμένη μου Βάρινκα
ΠΟΥ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ;
Το σπίτι γυρίζει . Οι ώρες γυρίζουν με τους «Φτωχούς» του Ντοστογιέφσκι . Φεύγει η ώρα , αφήνοντας πίσω τη μοναξιά μου . Θα γεννήσει όπου να’ ναι .
ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ;
Θεέ μου πόσο μου λείπεις !Τουλάχιστον έχω να σε σκέφτομαι και να παρηγοριέμαι πως το ίδιο κάνεις κι εσύ . Αχ γλυκιά μου ! Τα χριστουγεννιάτικα δεντράκια στάζουν αίμα εσταυρωμένου . Από το ίδιο ξύλο θα φτιάξουν αργότερα το σταυρό .
Τα διπλανά διαμερίσματα γκρεμίζονται .Και τα από κάτω .Θάβονται όλα μαζί σε έναν οικοδομικό τάφο . Η γκαρσονιέρα μου στον έκτο μένει μετέωρη , ξεχασμένη από τη βαρύτητα .Κι εγώ να διαβάζω με μανία τους «Φτωχούς». Να ξεχνώ τον πόνο μου και να συμπάσχω με αυτόν τον Μακάρ Παρθενάκη . Παραμονή Χριστουγέννων . Δώδεκα παρά , μόνος μου , σκυμμένος πάνω από ένα βιβλιαράκι και διαβάζω :
«Τι να το κρύβουμε; παροργίσαμε τον Κύριο και Θεό αγγελούδι μου ! Κάποιο βιβλιαράκι θέλετε να μου στείλετε , καλούλα μου , για να ξεχάσω τη στενοχώρια . Ας πάει να κουρεύεται το βιβλιαράκι καλούλα μου ! Τι θα πει βιβλιαράκι ; παραμύθι με πρόσωπα ! Και το μυθιστόρημα αεροκοπάνισμα είναι και το αεροκοπάνισμα γράφτηκε έτσι , για να το διαβάζει ο άνεργος κόσμος , πίστεψέ με καλούλα μου , πίστεψε στην πολύχρονη πείρα μου . Και τι βγήκε μ’ αυτό ; πώς να , δηλαδή βλέπεις στη φιλολογία υπάρχει κι ένας Σαίξπηρ κι ο Σαίξπηρ αεροκοπάνημα είναι κι όλα για το σατίρισμα και μόνο είναι καμωμένα !
Δικός σας
Μακάρ Παρθενάκης».
Αχ καλούλα μου Βάρινκα ! Πέρασε η ώρα . Πρέπει να φύγω για δουλειά , πάλι να βγω εκεί έξω . Έχω να ξεγεννήσω σήμερα . Τέλειωσε και το κρασί . .. Βουτάω τη μηχανή ,φλας , φιλμ , μπαταρίες , και αργά , σχεδόν υπνωτισμένος , τα πετάω σωρό μέσα στη φωτογραφική τσάντα . Γραμμή για το στάβλο .
Πήρα μια μπίρα από κάπου και της μιλούσα γλυκά στους σκοτεινούς και άδειους δρόμους .
Που να κλείστηκαν , άραγε , όλες εκείνες οι ορδές ; Κάπου σίγουρα θα μοιράζουν το πλιάτσικο .
Και άξαφνα ένας δυνατός κανονιοβολισμός .
Μέγας Πάταγος . Από πού ; Θεέ και Κύριε !
Γκρεμίστηκε η μισή πόλη . Μια τεράστια τρύπα άνοιξε στον ουρανό . Μικρός άκουγα πως συμβαίνει ν’ ανοίγουν οι ουρανοί τέτοιες μέρες και γενικώς , διάφορα θαύματα μπορεί να συμβούν βραδιάτικα . Μπορεί να δεις – λέει – και τον Παράδεισο ακόμα . Μεγαλώνοντας τα ξέχασα .
Τώρα όμως αστρόσκονη έπεφτε παντού και χαμογελαστά αγγελούδια κολυμπούσαν στο φως.
Κοιτούσα μαγεμένος το θαύμα και μου κλείνανε το μάτι .Στα κωλαράκια τους άστραφτε η σφραγίδα : made in Disney . «Η coca – cola σας εύχεται καλές γιορτές».
Τα αγγελούδια έσερναν ένα αλυσοδεμένο πλήθος ψυχών με τα αίματα ακόμα να τρέχουν. Ψυχές από τα πεδία των μαχών, ψυχές αμάχων .Ψυχές παιδιών.
Μαζεύτηκε πλήθος . Ήρθαν και κάμερες. Ένα τανκς προέλασε βροντοφωνάζοντας και το διέλυσε . Θα συνέχιζαν να βλέπουν το θαύμα από την τηλεόραση . Ο απόηχος των κανονιοβολισμών τώρα ακούγονταν μακρινός. Σάπια ζώα σκοτωμένα και σωροί χώματα . Γκρεμισμένα σπίτια κι ορφανές μανάδες.
Φοβισμένα πρόσωπα και άλλα μόνο που έκλαιγαν.
Θάνατος.
«Φύγετε ! Φύγετε !» ούρλιαξε .
Θάνατος.
«Προσμένουμε την έλευση του Μεσσία , Κύριε . Θα γεννηθεί απόψε ξέρετε . Που να πάμε;»
«Εσείς το είδατε το άστρο ;» ρώτησε ένας καλοντυμένος κύριος με γυαλιά και τσιμπούκι .
«Ποιο άστρο ρε μαλάκα ! Δε βλέπεις που ψιλοβρέχει ;»
Μετά μίλησαν για αιώνιες αλήθειες . Για πραγματικότητα έξω από τη σφαίρα των αισθήσεων και άλλα τέτοια . Δεν άκουσα τίποτα. Για άλλη μια φορά έφευγα πανικόβλητος, με την εικόνα ενός σκοτωμένου παιδιού βαθιά τυπωμένη στο μυαλό μου . Λες και πέρασα μέσα από όλ’ αυτά τα αίματα και τους καπνούς , έφτασα τρεκλίζοντας .
Έβγαλα την κασέτα με το «χρόνια πολλά» και το «καλές γιορτές».Την έπαιξα στους πορτιέρηδες και στις λουλουδούδες . Παίξαν κι αυτοί τις δικές τους κασέτες και μείναμε όλοι ευχαριστημένοι σ’ ένα κλίμα αμοιβαίας εγκαρδιότητας .
Μπήκα μέσα.
Φίσκα το μαγαζί .
Οπλίστηκα με τα απαραίτητα και άρχισα να σημαδεύω τους θαμώνες .
Μπαμ , μπαμ , μπαμ …
– Να σας βγάλω μια φωτογραφία ;
– Δε γαμιέται, βγάλε .
Μπαμ , μπαμ, μπαμ …
-Να σας βγάλω μια φωτογραφία ;
-Εεε… δε γαμιέται μέρα που’ ναι .
Μπαμ, μπαμ , μπαμ …
-Φωτογραφία ;
-Βγάλε ρε μεγάλε , Χριστούγεννα είναι , δε γαμιέται.
Μπαμ, μπαμ , μπαμ…
Γέμισα οχτώ φιλμ.
Όταν δεν είναι Χριστούγεννα συνήθως γεμίζω δύο με τρία , χώρια τους Χριστούς που ακούω .
Έφυγα βιαστικά . Καμιά ώρα μετά γύρισα με τα πτώματά τους τυπωμένα σε χαρτί Kodak .
Αυτοί ενθουσιάστηκαν κι εγώ άρχισα να μαζεύω δεκάρικα.
– Ο φωτογράφος είναι κουφάλα. Τη Λίτσα που’ ναι ωραία γκόμενα δες πως την έβγαλε , ενώ εμένα… κοίτα ένα χάλι !
-Πάρτη ρε , χρονιάρες μέρες είναι .
Η μπουρζουαζία και οι αστικοποιημένοι προλετάριοι γλεντούσαν μαζί και χόρευαν αγκαλιά στην πίστα .
Η δε οσιομάρτυς Λουλού , μετά την Άντζελα τραγουδούσε Σαββόπουλο . Δεν είναι δυνατόν . Γύρισα έκπληκτος . «Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δεν θα με περιμένει». Τα γαρύφαλλα έφευγαν χαρτοπόλεμος . Μαζί και τα εικοσάρικα . Μου’ ρθε ζάλη . Είπανε και μπράβο στο κορίτσι που’ χε ντυθεί απ’ το Παρίσι και φεύγοντας τη ρώτησαν αν θέλει .
Όλα ένας τραγικός αχταρμάς .
– Μα ρε φίλε πως μ’ έβγαλες έτσι ;
-Γιατί το λέτε ; είναι φοβερή φωτογραφία .
-Καλά σου λέει ρε μαλάκα! Άλλοι θα πλήρωναν για μια τέτοια φωτογραφία και σένα που σου την πουλάει ;
-Χα ! Χα! Χα! Χα!..
Ο Χατζής αγκαλιά με την Πίτσα κι ο Θοδωράκης να χορεύει καρεκλάδικα με τη Βανδή . Οι προσκυνητές , θαμώνες του μαγαζιού , τιμούσαν το ίδιο τον Θεό με τον Διάβολο .
«Βρε δε βαριέ- βρε δε βαριέσαι αδερφέ!»
Κάποιοι προσκυνούσαν στην πίστα . Δεν κατάλαβα γιατί .
Φασαρία στη είσοδο.
«Ανοίχτε ρε παιδιά».
«Μα που είναι ;», «Που είναι ;» , σηκώθηκε ένας ψίθυρος .
Έφτασαν , λέει , οι μάγοι ! Έξω, στο δρόμο, πλάκωσε μπατσαρία. Κάτι μαύρες αστραφτερές Μερσεντές και κάτι – πιο μαύρες – βαθιές υποκλίσεις.
-Η φωτιά στο τζάκι έσβησε μόνη της. Τα παιδιά έκαψαν τις κρεμασμένες κάλτσες και χάθηκαν μέσα στις στάχτες .
-Κι άλλο ρε γιαγιά , κι άλλο !
Με κυρίεψε σκοτάδι κι ένας τρόμος.
-Ωραία σε έβγαλε αγάπη μου το παιδί .Να την πάρουμε.
Κάτι γινόταν εδώ μέσα , μα δεν μπορούσα να καταλάβω τι είναι , ούτε κι από πού προερχόταν . Ξάφνου η οροφή έτριξε επικίνδυνα κάνοντας όλα τα κεφάλια να στραφούν προς τα πάνω . Έτσι είδαμε και το άστρο. Καλό . Ιαπωνικής τεχνολογίας.
«Digital» Χριστιανισμός!
Στη φάτνη τα κλασικά ζώα: ένα μπουζούκι, μια κιθάρα, μπάσο , κρουστά και δυο συνθεσάιζερ .
Τα φωτορρυθμικά σώπασαν .
Τα δώρα των μάγων κι αυτά κλασικά : ένα μπουκάλι ακριβό ουίσκι από τα βάθη της Σκοτίας , ένα τσουβάλι άδεια κρανία γεμάτα χρωματιστά παραισθησιογόνα από τις ακτές της τρέλας και της αποχαύνωσης και , τέλος , τα καινούρια μοντελάκια των πιο ξακουστών οίκων μόδας.
Γαρδένιες σφύριζαν στο βαρύ αέρα .
Τα γκαρσόνια πήγαιναν κι έρχονταν. Στριμωξίδι στους διαδρόμους .Δίσκοι γεμάτοι ποτά , ξηρούς καρπούς και παγάκια που έλιωναν από το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Οι λουλουδούδες αγκομαχούσαν. Μέσα τους ,έβριζαν κι έξω τους, ίδρωναν.
Μια υγρασία τύλιξε το μαγαζί . Οι τοίχοι καλύφτηκαν από κάτι γλοιώδη , πράσινα , μολυσματικά φυτά . Ένα τεράστιο , πολύχρωμο και σιχαμερό φίδι αργοσερνόταν στο ταβάνι . Το νεκρό σώμα της τραγουδίστριας έσταζε βρωμερά υγρά , κατατρυπημένο από τις κεραίες των τηλεοράσεων και των ραδιοφώνων . Αποβλακωμένο το πανελλήνιο παρακολουθούσε ζωντανά το Μέγα Θαύμα .
Εγώ άνοιγα χώρους στον πανικό , πηδούσα πάνω από τραπέζια, πετούσα χάμω τα γκαρσόνια , έριχνα καρέκλες κι έκανα αντιαθλητικά μαρκαρίσματα. Ξέφρενος ο κόσμος χόρευε πανικόβλητος ανεβασμένος στα τραπέζια. Το Αφεντικό έκανε εμετό υπό το τρομαγμένο βλέμμα του Θείου Βρέφους !
ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ;
Οι προσκυνητές θαμώνες τώρα λικνίζονταν σε πιο σύγχρονους ρυθμούς (μούσκεμα στον ιδρώτα και στο ουίσκι των Μάγων ). Ό,τι πιο νοσηρό έσταζε από τη ραγισμένη οροφή στα άδεια κρανία τους.
Εγώ , ζωντανός νεκρός , συνέχιζα να πουλάω φωτογραφίες .
Το τι γινόταν εκεί πέρα δεν περιγράφεται . Η εκδήλωση του υπερφυσικού και της τρέλας , του εκλογικευμένου παραλογισμού και της θρησκευτικής έκστασης .
Ο Χριστιανοκαπιταλισμός σε όλο του το μεγαλείο !
Κάτω από αυτές τις συνθήκες πούλησα τα περισσότερα πτώματα κι έγινα λαγός .
Δεν θυμάμαι τη διαδρομή γι α το σπίτι .
Ξεκλείδωσα τρέμοντας και μπήκα μέσα .
Άνοιξα μια μπίρα και την ρούφηξα στα γρήγορα κατατρομαγμένος.
Άνοιξα και δεύτερη . Και ύστερα τρίτη …
Παύση.
-
Στο γραφείο οι «Φτωχοί».
Έβγαλα τα λεφτά από τις τσέπες μου και τα πέταξα χύμα πάνω στο ανοιχτό βιβλίο.
Αχ αγαπούλα μου ! Αχ αγαπούλα μου !
Τα μέτρησα κι έμεινα να κοιτώ τις φωτογραφίες που περίσσεψαν .
Τίποτε δεν γυρίζει πια . Τίποτε δεν υπάρχει για να γυρίσει .
Αχ γλυκιά μου !
Από τη μια οι «Φτωχοί» και πάνω τους τα μετρημένα χαρτονομίσματα.
Χαϊδεμένη μου Βάρινκα .
Κοιτούσα ακόμη τις φωτογραφίες που περίσσεψαν . Μέτρησα αυτές που είχαν μείνει για να δώσω αναφορά στ’ αφεντικό και πρώτη φορά πρόσεξα τους φακέλους . Μα αυτοί δεν είναι κίτρινοι! Και τι γράφει εδώ; Αυτό δεν είναι τ’ όνομά μου! Έκπληκτος ανακάλυψα πως στο φωτογραφείο είχε γίνει λάθος. Αντί να πάρω τις δικές μου φωτογραφίες , πήρα αλλουνού φωτογράφου που είχε τραβήξει σε άλλο μαγαζί ! Κι αυτός μάλλον πως είχε πάρει τις δικές μου !
Άλλη μια μπίρα με συνέφερε εντελώς.
ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ;
ΧΑ!
Θα έπρεπε να τρέμω, μα ήμουν απόλυτα ήρεμος.
Φαινόταν καθαρά.
Τα χαράματα με βρήκαν μεθυσμένο .
Κοίταξα για λίγο το νεογέννητο ήλιο κι έπεσα στο κρεβάτι .
Ο Χριστός είχε πια γεννηθεί .
Κι εγώ ήξερα που.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΒΟΥΛΑΡΟΚΤΟΝΟΣ
Η Βούλα είχε δυο θεία χείλη
κι αγάπαγε τον Τζώρτζη
τον Μηνά και τον Βασίλη
κι όπως διαβάζω στην Λαρούς και Πάπυρος
ήτανε κόμματος η Βούλα
ήταν Βούλαρος!
-
Αλλά κι οι πατριώτες μας ο Τζώρτζης
ο Μηνάς και ο Βασίλης
ήταν κι αυτοί ωραία παιδιά
ποικίλης ύλης.
Εδήλωναν παρών
στις κάλπες και στον καναπέ
κοιμόντουσαν με παραμύθια
ξυπνούσαν με φραπέ.
-
Δεν γνώριζε ο εις
την ύπαρξη των άλλων
και πίστευαν της Βούλας
η μεγάλη η καρδιά
μόνο γι’ αυτούς χτυπούσε
μόνο γι’ αυτούς (μάλλον!)
-
Όμως η Βούλα ήτανε βρυσούλα
που ξεδιψούσε ο κάθε διψασμένος
που γλυκαινόταν κάθε πικραμένος
και μελλοθάνατος κι αποφυλακισμένος
-
Μα ένα πρωί
εξύπνησε ο Βασίλης μ’ αστραπές
του ξίνισε το γάλα
κι έκοψε ο φραπές
άσε που βρήκε
και μια τρίχα μέσα
και τότε τα κατάλαβε όλα
για τη Βούλα τη μπαμπέσα.
Τον έπιασε κι ο μέγας
της φυλής ο τσαμπουκάς
κι έβρασε δυο σακούλες
μπάρμπα Στάθης αρακάς
-
Θες που βαρυστομάχιασε;
θες το κρασί ήταν ξίδι;
θόλωσε το κρανίο του
και το δεξί του αφρύδι
σηκώθηκε ως το κούτελο
κι ακόμα πάρα πάνω
κι εφάνηκε στο μάτι του
μαύρη μία μαυρίλα
και μια – απ’ το κολλύριο -
κόκκινη ανατριχίλα
Είδε και στο τραπέζι του
κάτι εφημερίδες
που’ χανε δώρο ένα CD
με άσματα του Ρούκουνα
και ένα σετ με κοφτερά
ωραία μαχαιροπήρουνα.
-
Ότι έγινε από δω και μπρος
και που ήταν του θανάτου
θαρρώ πως συντελέστηκε
στο χώρο του αοράτου
(που θα’ λεγε κι ο Νιόνιος μας
αν ζούσε ο καημένος !)
-
Κι η Βούλα μας ο Βούλαρος
σκεπάστηκε με χώμα
κι οι εραστές της πέσανε
- από την αγαμία –
σε κάτι σαν σε κώμα.
-
Και βρέθηκε ο Βασίλης μας
στη φυλακή χωσμένος
Βουλαροκτόνος και φονιάς
κι από τα μου μου έψιλον
πολύ ατιμασμένος.
-
Η δίκη του έγινε
τον αύριο Νοέμβρη
αν μ’ εννοείς…
(γιατί εγώ δεν με εννοώ καθόλου)




αφήστε σχόλιο